σέσουλα

η, Ν
1. μικρό ξύλινο δοχείο για το άδειασμα τών νερών από βάρκα
2. μικρό κοίλο φτυάρι που χρησιμοποιείται, κυρίως, για την τοποθέτηση τών χύμα εμπορευμάτων, λ.χ. ζάχαρης, ρυζιού, οσπρίων κ.ά., από τους σάκους σε σακούλες κατά την ζύγισή τους
3. φρ. «με την σέσουλα»
μτφ. σε μεγάλη ποσότητα, σε αφθονία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. sessola].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σέσουλα — η (λ. ιταλ.) 1. φτυάρι που χρησιμοποιούν οι παντοπώλες. 2. «με τη σέσουλα», σε μεγάλη ποσότητα: Έβαλες στο φαγητό το αλάτι με τη σέσουλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σέσουλα — [сэсула] ουσ. Θ. лопата …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • άντλιο — το Ναυτ. (η σέσουλα) το δοχείο με το οποίο αδειάζουμε τα νερά της βάρκας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.